Διατλαντική συμφωνία: Πόσα γνωρίζετε;

Δ

Λίγοι ευρωπαίοι γνωρίζουν τι σημαίνει «διατλαντική συμφωνία» ή αλλιώς TTIP, αλλά ακόμα λιγότεροι οι Έλληνες που λόγω κρίσης και μνημονίων βάζουν προτεραιότητα άλλα θέματα

Φυσικά την ευθύνη της έλλειψης πληροφόρησης φέρουν οι συνήθεις ένοχοι – όλα τα κόμματα και τα ελεγχόμενα εξ αυτών ΜΜΕ

Κάναμε μια μικρή συλλογή άρθρων και βίντεο ώστε να μπορέσετε να πάρετε μια… καλή «γεύση» του τι σημαίνει και τι μας περιμένει αν δεν αντιδράσουμε:

Tvxs 06 Ιουν. 2015

177042-ttipΕνόσω η προσοχή όλων είναι στραμμένη στις διαπραγματεύσεις της Ελλάδας με τους «θεσμούς», μία άλλη σειρά διαπραγματεύσεων διαδραματίζεται κάτω από άκρα μυστικότητα στην Ευρώπη. Πρόκειται για διαπραγματεύσεις οι οποίες δεν απειλούν την ελληνική οικονομία στο άμεσο μέλλον, αλλά θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις αργότερα. Η Διατλαντική Συμφωνία για το Εμπόριο και τις Επενδύσεις (επί λέξει, η Συνεργασία Διατλαντικού Εμπορίου και Επενδύσεων, γνωστή με τα αρχικά TTIP) διαμορφώνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις ΗΠΑ. Μία συμφωνία που αποτελεί τον Δούρειο Ίππο για την άνευ εμποδίων επέκταση των συμφερόντων των πολυεθνικών εταιρειών στην Ευρώπη.

Η ενημέρωση των πολιτών, του Ευρωκοινοβουλίου και των κρατικών κοινοβουλίων για τη Συμφωνία είναι υποτυπώδης, καλυμμένη από ένα προπέτασμα καπνού ότι οι συζητήσεις συνεχίζονται και οι τελικές προτάσεις δεν έχουν διαμορφωθεί. Φυσικά, όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά. Και πίσω από το προπέτασμα διαμορφώνονται προτάσεις που περιέχουν σημαντικές νομοθετικές παγίδες για τα δικαιώματα των κρατών-μελών της ΕΕ. Μία από τις πιο επικίνδυνες είναι αυτή που αφορά το διακανονισμό αντιδικιών μεταξύ κυβερνήσεων και πολυεθνικών εταιρειών. Οι οποίες, όταν θεωρούν ότι τα συμφέροντά τους θίγονται, θα μπορούν να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις λόγω άνισης μεταχείρισης ή απώλειας κερδών. Η Συμφωνία θα επιτρέπει στις εταιρείες να παρακάμπτουν τα κρατικά δικαστήρια και να διεκδικούν αποζημιώσεις και την προστασία των επενδύσεών τους μέσω ενός ειδικού δικαστηρίου.

Ένα τυπικό παράδειγμα είναι όταν μία κυβέρνηση αποφασίσει να επανακρατικοποιήσει οργανισμούς ή υπηρεσίες που διαχειρίζονται πολυεθνικές εταιρείες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι εταιρείες θα έχουν πρόσβαση στο ειδικό δικαστήριο για να απαιτήσουν, συνήθως υπέρογκες, αποζημιώσεις. Επιπλέον η Συμφωνία διευκολύνει κυβερνήσεις που στοχεύουν σε αποκρατικοποιήσεις: εκατοντάδες χιλιάδες Βρετανοί υπέγραψαν πέρυσι διαμαρτυρία κατά της Συμφωνίας, υποψιαζόμενοι ότι απειλούσε, μεταξύ άλλων, το βρετανικό Εθνικό Σύστημα Υγείας. 

Οι υποστηρικτές της TTIP επικαλούνται την αναμενόμενη άρση ταριφών, την αύξηση εξαγωγών  και τη διευκόλυνση του διεθνούς εμπορίου, ως μέγιστα πλεονεκτήματα της Συμφωνίας. Ισχυρίζονται ότι η Συμφωνία θα παρέχει τη δυνατότητα σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στις ΗΠΑ. Βέβαια, είναι απορίας άξιον πως μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα μπορέσουν να επωφεληθούν από μια συμφωνία που προσφέρει τα ίδια οφέλη σε πολυεθνικούς κολοσσούς.

Όταν η Συμφωνία φτάσει στην τελική της μορφή, θα πρέπει να εγκριθεί μέσα από τις σχετικές ευρωπαϊκές διαδικασίες, που περιλαμβάνουν τρία επίπεδα. Η Συμφωνία εγκρίνεται από το Συμβουλίο της ΕΕ, στο οποίο συμμετέχουν οι αρμόδιοι υπουργοί. Επειδή η απόφαση πρέπει να είναι ομόφωνη, κάθε χώρα έχει βέτο. Δεδομένης της νεοφιλελεύθερης πολιτικής κατεύθυνσης των κυβερνήσεων της ΕΕ, ο κλήρος του μοναδικού πιθανού βέτο, και ταυτόχρονα ο ρόλος του βοώντος εν τη ερήμω, θα πέσει στον κύριο Σταθάκη. 

Η Συμφωνία πρέπει επίσης να εγκριθεί από το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο μπορεί να προτείνει, αλλά όχι να επιβάλλει, αλλαγές. Δεδομένης της νεοφιλελεύθερης πλειοψηφίας και αυτού του σώματος, η έγκριση της Συμφωνίας στο Ευρωκοινοβούλιο είναι μάλλον βέβαιη. Σε τρίτο στάδιο, το λόγο έχουν τα κρατικά κοινοβούλια και ο μόνος «συνήθης ύποπτος» που ενδέχεται να φέρει σοβαρές αντιρρήσεις είναι η κυβερνητική πλειοψηφία στην ελληνική Βουλή.

Ήδη υπήρξαν έντονες αντιδράσεις και κινητοποιήσεις κατά της Συμφωνίας στην Ευρώπη, οι οποίες ανάγκασαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εντείνει το επικοινωνιακό της μπαράζ. Η επίτροπος εμπορίου της ΕΕ, Cecilia Malström, σε κοινή δήλωσή της με τον εμπορικό αντιπρόσωπο των ΗΠΑ Michael Froman στις 20 Μαρτίου, διαβεβαίωσε ότι η Συμφωνία δεν θα εμποδίσει καμία κυβέρνηση να προβεί σε επανακρατικοποιήσεις. Όμως το θέμα δεν έγκειται απλώς στη δυνατότητα επανακρατικοποίησης μία υπηρεσίας ή ενός οργανισμού που εκμεταλλεύεται μία πολυεθνική εταιρεία. Αλλά κυρίως στο κόστος που θα επιβαρύνει μία κυβέρνηση η αποζημίωση της εταιρείας, το οποίο μπορεί να είναι αποτρεπτικό για την επιστροφή οιουδήποτε οργανισμού στο δημόσιο τομέα.

Και επειδή οι αντιδράσεις συνεχίζονταν, η κυρία Malström αναγκάστηκε να προβεί σε νέες διαβεβαιώσεις κατά τη διάρκεια σύσκεψης μελών των κρατικών κοινοβουλίων στη Ρίγα την 1η Ιουνίου. Για να καθησυχάσει τα πνεύματα, ισχυρίστηκε ότι η Συμφωνία δεν περιέχει τίποτα που να μειώνει την προστασία των πολιτών ή του περιβάλλοντος, και πρότεινε ότι τυχόν αντιδικίες θα δικάζονται από ένα νέο «διαφανές» διεθνές δικαστήριο επενδύσεων. Μία πρόταση την οποία απέρριψε τάχιστα ο υφυπουργός διεθνούς εμπορίου των ΗΠΑ Stefan Selig στις 11 Ιουνίου.

Για να πειστεί κανείς από τις διαβεβαιώσεις της κυρίας Malström, μάλλον θα πρέπει να αγνοήσει ότι προέρχεται από το κόμμα φιλελευθέρων της Σουηδίας. Κόμμα του οποίου η πολιτική κατεύθυνση έχει μετατεθεί δεξιά την τελευταία δεκαετία και το οποίο τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ του «ελεύθερου εμπορίου», άλλως γνωστού ως αχαλίνωτου καπιταλισμού.

Πόσο λοιπόν έχει καταφέρει ο Δούρειος Ίππος της Διατλαντικής Συμφωνίας να διεισδύσει στα τείχη της Ευρώπης μέχρι σήμερα; Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου εξέτασε στις 28 Μαίου τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Συμφωνία, και συνέταξε μία αναφορά, η οποία προτείνει μερικές αλλαγές. Αυτές είναι σχετικά ανώδυνες, και το Συμβούλιο της ΕΕ δεν είναι δεσμευμένο να τις αποδεχθεί. Όπως παραδέχτηκε ο Βρετανός ευρωβουλευτής David Martin, τα μέλη της επιτροπής που είχαν αντιρρήσεις αναγκάστηκαν να μετριάσουν σημαντικά τις αλλαγές που πρότειναν, για να μην απορριφθούν από την πλειοψηφία στην επιτροπή.

Στις 10 Ιουνίου η προαναφερθείσα αναφορά θα τεθεί σε ψηφοφορία στην ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου. Δεδομένου ότι η κατανομή ψήφων στην επιτροπή είναι αντιπροσωπευτική της ψηφοφορίας της ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου, η έγκριση της αναφοράς είναι αναμενόμενη. Όταν η Συμφωνία οριστικοποιηθεί, ίσως το 2016, θα υποβληθεί για έγκριση στο Συμβούλιο της ΕΕ, το Ευρωκοινοβούλιο και τα κρατικά κοινοβούλια, όπως προαναφέρθηκε. Βέβαια οι οιωνοί για το μέλλον δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικοί.

  • Πρώτον, διότι γίνονται συντονισμένες προσπάθειες «απελευθέρωσης» του εμπορίου σε παγκόσμιο επίπεδο.  Η Διατλαντική Συμφωνία δεν είναι η μοναδική που συζητείται αυτή τη περίοδο. Οι ΗΠΑ και διάφορα ασιατικά και αμερικανικά κράτη διαμορφώνουν μία αρκετά παρόμοια Δια-Ειρηνική Συμφωνία, ευθύνη για την εφαρμογή της οποίας θα έχουν κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, οι νομικοί εκπρόσωποι των πολυεθνικών.
  • Δεύτερον, γιατί οι εμπειρίες από παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν δείχνουν ότι οι μεγάλες εταιρείες ωφελούνται από τέτοιες συμφωνίες εις βάρος των κρατών. Όπως η γαλλική εταιρεία που επέτυχε σημαντική αποζημίωση από την Αργεντινή όταν η κυβέρνησή της κράτησε την τιμή του νερού σταθερή και μειώθηκε το κέρδος της εταιρείας.  Όπως επίσης η ολλανδική εταιρεία που προσέφυγε κατά της Σλοβακίας όταν η κυβέρνησή της επανακρατικοποίησε μέρος του ασφαλιστικού συστήματος. Επιπλέον, τέτοιου είδους συμφωνίες επιτρέπουν στις πολυεθνικές να υποβάλλουν προσφυγές κατά των κυβερνήσεων για να ανατρέψουν νόμους που θεωρούν ότι απειλούν τα μελλοντικά κέρδη τους. Παράδειγμα η καπνοβιομηχανία Philip Morris που προσέφυγε κατά της Ουρουγουάης όταν αύξησε το μέγεθος των υγειονομικών προειδοποιήσεων στα πακέτα τσιγάρων και κατά της Αυστραλίας όταν νομοθέτησε την απλή συσκευασία των πακέτων.
  • Τρίτον, διότι οι νεοφιλελεύθερες απόψεις της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών κοινοβουλίων που θα κληθούν να εγκρίνουν τη Συμφωνία είναι γνωστές. Η υπερψήφισή της από το Ευρωπαϊκό και τα κρατικά κοινοβούλια δεν θα αποτελέσει έκπληξη.

Αναμένουμε λοιπόν από τον κύριο Σταθάκη και την ελληνική Βουλή να φέρουν τις δέουσες αντιρρήσεις όταν έλθει η σειρά τους. Διότι τέτοιου είδους συμφωνίες όχι μόνο υπονομεύουν την ικανότητα των κυβερνήσεων να ενεργούν προς το συμφέρον των πολιτών τους, αλλά αποτελούν μία παράδοση άνευ όρων στις κερδοσκοπικές βλέψεις των πολυεθνικών. (Αυτά προ εκλογών. Τώρα αναμένουμε τη νέα Βουλή… ο Θεός να την κάνει «νέα»…)

Le monde-diplomatique.gr Νοέμβριος 2013

Οι συζητήσεις για τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Καναδά και Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες είχαν ξεκινήσει το 2008, κατέληξαν στις 18 Οκτωβρίου. Ένας καλός οιωνός για την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία προσδοκά ότι θα καταλήξει σε ανάλογη συμφωνία με τη Γηραιά Ήπειρο. Το σχέδιο αυτό, « η χούντα των επιχειρηματιών », όπως το ονομάζει η Lori Wallach, το οποίο αποτελεί αντικείμενο μυστικών διαπραγματεύσεων, υποστηρίζεται ένθερμα από τις πολυεθνικές, καθώς, εάν υιοθετηθεί, θα τους επιτρέπει να φέρνουν ενώπιον της Δικαιοσύνης κάθε κράτος που δεν θα συμμορφώνεται με τους κανόνες του φιλελευθερισμού.

TTIP-650x250

Μπορεί κανείς να φανταστεί πολυεθνικές εταιρείες να σύρουν στα δικαστήρια τις κυβερνήσεις των οποίων ο πολιτικός προσανατολισμός θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των κερδών τους ; Μπορεί κανείς να διανοηθεί ότι οι εταιρείες αυτές θα είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν -και να επιτύχουν !- την καταβολή γενναίων αποζημιώσεων για διαφυγόντα κέρδη από την εφαρμογή μιας πολύ περιοριστικής εργατικής ή και περιβαλλοντικής νομοθεσίας ; Όσο απίθανο κι αν φαίνεται, το συγκεκριμένο σενάριο δεν προέκυψε χθες. Διακρινόταν, ήδη, καθαρά στο σχέδιο της Πολυμερούς Συμφωνίας για τις Επενδύσεις (ΠΣΕ), το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο μυστικών διαπραγματεύσεων, από το 1995 έως το 1997, μεταξύ των 29 κρατών-μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) [1]. Όταν αντίτυπο του σχεδίου διέρρευσε στη δημοσιότητα την τελευταία στιγμή, κυρίως από τη Monde diplomatique, το κύμα των διαμαρτυριών που προκλήθηκε ήταν χωρίς προηγούμενο και υποχρέωσε τους εμπνευστές του να το αποσύρουν. Δεκαπέντε χρόνια μετά, το ίδιο σχέδιο επιστρέφει με νέο μανδύα.

Η Συμφωνία Διατλαντικής Εμπορικής και Επενδυτικής Συνεργασίας (Transatlantic Trade and Investment Partnership, ΤΤΙΡ), την οποία διαπραγματεύονται από τον Ιούλιο του 2013 Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή της ΠΣΕ. Προβλέπει ότι η ισχύουσα νομοθεσία στις δύο πλευρές του Ατλαντικού θα υποταχθεί στους κανόνες του ελεύθερου εμπορίου, που έχουν καθιερωθεί από και για τις μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές επιχειρήσεις, επί ποινή εμπορικών κυρώσεων για τη χώρα-παραβάτη ή αποζημιώσεων αρκετών εκατομμυρίων ευρώ προς όφελος των εναγόντων.

Σύμφωνα με το επίσημο χρονοδιάγραμμα, οι διαπραγματεύσεις δεν αναμένεται να ολοκληρωθούν παρά μέσα σε δύο χρόνια. Η ΤΤΙΡ συνδυάζει, τροποποιώντας τα προς το χειρότερο, τα πιο καταστροφικά στοιχεία των συμφωνιών που έχουν υπογραφεί μέχρι τώρα. Εάν υιοθετηθεί, τα προνόμια των πολυεθνικών θα αποκτήσουν την ισχύ νόμου και θα δέσουν για τα καλά τα χέρια των κυβερνήσεων. Στεγανοποιημένη από τις όποιες αλλαγές κυβερνήσεων και τις λαϊκές κινητοποιήσεις, η συμφωνία θα εφαρμόζεται με ή παρά τη θέληση των κρατών, καθώς οι διατάξεις της δεν θα μπορούν να τροποποιηθούν παρά με την ομόφωνη συγκατάθεση των χωρών που θα την έχουν υπογράψει. Η συμφωνία θα μεταφέρει στην Ευρώπη το πνεύμα και τους μηχανισμούς του ασιατικού προτύπου της, της Συμφωνίας Συνεργασίας του Ειρηνικού (Trans-Pacific Partnership, TPP), η οποία βρίσκεται σε φάση έγκρισης από 12 χώρες της περιοχής, αφού προωθήθηκε με ζήλο από τους αμερικανικούς επιχειρηματικούς κύκλους. Οι δύο συμφωνίες, ΤΤΙΡ και ΤΡΡ, θα συγκροτούν μια οικονομική αυτοκρατορία ικανή να υπαγορεύει τους όρους της έξω από τα σύνορά της : κάθε χώρα που θα επιδιώκει να αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση θα βρίσκεται υποχρεωμένη να υιοθετήσει αυτούσιους τους κανόνες που ισχύουν στο εσωτερικό της κοινής αγοράς τους.

Ειδικά δικαστήρια

Καθώς στοχεύουν στην εκποίηση ολόκληρων κλάδων του μη εμπορευματικού τομέα, οι διαπραγματεύσεις γύρω από την ΤΤΙΡ και την ΤΤΡ διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών. Οι αμερικανικές αντιπροσωπείες αριθμούν περισσότερους από 600 συμβούλους που έχουν τοποθετήσει οι πολυεθνικές. Οι σύμβουλοι αυτοί διαθέτουν απεριόριστη πρόσβαση στα προπαρασκευαστικά έγγραφα και στους εκπροσώπους των κυβερνήσεων. Τίποτε δεν πρέπει να διαρρεύσει. Έχουν δοθεί εντολές, δημοσιογράφοι και πολίτες να κρατηθούν μακριά από τις συζητήσεις : θα ενημερωθούν την κατάλληλη στιγμή, με την υπογραφή της συμφωνίας, όταν θα είναι πολύ αργά για να αντιδράσουν.

Σε ένα ξέσπασμα αθωότητας, ο Αμερικανός πρώην υπουργός Εμπορίου Ρόναλντ (« Ρον ») Κερκ, έκανε λόγο για το « πρακτικό » συμφέρον να « διατηρηθεί ένας ορισμένος βαθμός διακριτικότητας και εμπιστευτικότητας » [2]. Την τελευταία φορά που ένα κείμενο εργασίας για κάποια συμφωνία που βρισκόταν σε φάση επεξεργασίας διέρρευσε στη δημοσιότητα, υπογράμμισε ο Κερκ, οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν- υπαινιγμός για τη Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικανικής Ηπείρου (FTAA), μια διευρυμένη παραλλαγή της Βορειοαμερικανικής Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου (NAFTA). Το σχέδιο αυτό, που υπερασπίστηκε λυσσαλέα ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος, δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της αμερικανικής κυβέρνησης το 2001. Η Αμερικανίδα γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Ουόρεν, από την πλευρά της, απαντά ότι συμφωνίες που αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης χωρίς κανέναν δημοκρατικό έλεγχο, δεν πρέπει ποτέ να υπογράφονται [3].

Η επιτακτική ανάγκη να στραφεί η προσοχή του κοινού μακριά από τις διαπραγματεύσεις της αμερικανο-ευρωπαϊκής συνθήκης γίνεται πολύ εύκολα αντιληπτή. Είναι καλύτερα να μη βιαστεί κανείς να ανακοινώσει στη χώρα του τις επιπτώσεις που θα προκαλέσει η συμφωνία σε όλα τα επίπεδα : από την κορυφή του ομοσπονδιακού κράτους μέχρι τους κυβερνήτες των πολιτειών, τα τοπικά κοινοβούλια και τα δημοτικά συμβούλια, οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν ριζικά τις δημόσιες πολιτικές τους, κατά τέτοιον τρόπο που να ικανοποιούνται οι ορέξεις του ιδιωτικού τομέα στους κλάδους που ακόμη έχει περιορισμένη πρόσβαση. Ασφάλεια τροφίμων, προδιαγραφές τοξικότητας, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τιμές φαρμάκων, ελευθερία στο Διαδίκτυο, προστασία της προσωπικής ζωής, ενέργεια, πολιτισμός, πνευματικά δικαιώματα, φυσικοί πόροι, επαγγελματική κατάρτιση, υποδομές του κράτους, μετανάστευση : δεν υπάρχει ούτε ένας κλάδος δημόσιου ενδιαφέροντος που να μην υποτάσσεται στο θεσμοθετημένο ελεύθερο εμπόριο. Η πολιτική δράση των εκλεγμένων αντιπροσώπων θα περιοριστεί στη διαπραγμάτευση με τις πολυεθνικές ή τους τοπικούς αντιπροσώπους τους γύρω από τα υπολείμματα κυριαρχίας που οι εταιρείες θα έχουν την ευγενή καλοσύνη να τους παραχωρήσουν.

Ήδη ορίζεται ότι οι χώρες που θα υπογράψουν, θα διασφαλίσουν « την εναρμόνιση των νόμων, των ρυθμίσεων και των διαδικασιών τους » με τις διατάξεις της συμφωνίας. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι θα επαγρυπνούν σχολαστικά για να τιμήσουν τις δεσμεύσεις τους. Σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσαν να συρθούν ενώπιον κάποιου από τα ειδικά δικαστήρια που θα δημιουργηθούν για να διευθετούν τις διαφορές μεταξύ των επενδυτών και των κρατών και τα οποία θα έχουν, μάλιστα, την εξουσία να επιβάλλουν εμπορικές κυρώσεις εναντίον των κρατών.

Η ιδέα μπορεί να μοιάζει αδιανόητη, εγγράφεται, όμως, στη φιλοσοφία των εμπορικών συμφωνιών που βρίσκονται ήδη σε ισχύ. Έτσι, πέρυσι, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) καταδίκασε τις Ηνωμένες Πολιτείες για τις κονσέρβες τόνου με την ένδειξη « ακίνδυνες για τα δελφίνια », για την ένδειξη της χώρας προέλευσης στα εισαγόμενα κρέατα, ακόμη και για την απαγόρευση του αρωματισμένου καπνού, καθώς θεώρησε τις ενέργειες αυτές ως μέτρα προστατευτισμού που εμποδίζουν το ελεύθερο εμπόριο. Ο ΠΟΕ επέβαλε, επίσης, κυρώσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την άρνησή της να δεχτεί την εισαγωγή γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ). Η καινοτομία που εγκαινιάζουν οι ΤΤΙΡ και ΤΤΡ είναι ότι θα επιτρέπουν στις ίδιες τις πολυεθνικές να φέρουν στα δικαστήρια μια χώρα που θα έχει υπογράψει τη συνθήκη και της οποίας η πολιτική θα περιορίζει την εμπορική τους εξάπλωση.

Σε ένα τέτοιο καθεστώς, οι επιχειρήσεις θα είναι σε θέση να βάζουν εμπόδια στις πολιτικές υγείας, προστασίας του περιβάλλοντος ή ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα, ζητώντας αποζημιώσεις ενώπιον εξωδικαστικών θεσμών. Αυτά τα ειδικά δικαστήρια θα συγκροτούνται από τρεις νομικούς και, με βάση τους κανόνες της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΗΕ, θα έχουν τη δικαιοδοσία να καταδικάζουν τον φορολογούμενο πολίτη σε βαριές αποζημιώσεις από τη στιγμή που η νομοθεσία της χώρας του θα περιορίζει τα « μελλοντικά προσδοκώμενα κέρδη » μιας εταιρείας.

Το σύστημα « επενδυτές εναντίον κράτους », το οποίο έμοιαζε να έχει σβηστεί από το χάρτη μετά την εγκατάλειψη της ΠΣΕ, το 1998, ξαναστήθηκε στα κρυφά με το πέρασμα των χρόνων. Εξαιτίας των διαφόρων εμπορικών συμφωνιών που έχει υπογράψει η Ουάσινγκτον, 400 εκατομμύρια δολάρια έχουν περάσει από την τσέπη του φορολογούμενου πολίτη στα ταμεία των πολυεθνικών εξαιτίας της απαγόρευσης τοξικών προϊόντων, της επιβολής ρυθμιστικού πλαισίου στην εκμετάλλευση του νερού, του εδάφους ή των δασών κτλ. [4]. Υπό από την αιγίδα των ίδιων συμφωνιών, οι διαδικασίες που εφαρμόζονται σήμερα -στα ζητήματα γενικού συμφέροντος, όπως οι ιατρικές ευρεσιτεχνίες, η μάχη κατά της μόλυνσης του περιβάλλοντος ή η νομοθεσία για την κλιματική αλλαγή και τις μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας- εκτινάσσουν τις αιτήσεις για αποζημιώσεις στα 14 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η ΤΤΙΡ θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τον λογαριασμό της νομιμοποιημένης αυτής αρπαγής, εάν ληφθεί υπόψη η σημασία των συμφερόντων που διακυβεύονται στο εμπόριο μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού. Στο αμερικανικό έδαφος δραστηριοποιούνται 3.300 ευρωπαϊκές επιχειρήσεις μέσω 24.000 χιλιάδων θυγατρικών, καθεμία από τις οποίες θα μπορούσε κάποια στιγμή να εκτιμήσει ότι πρέπει να ζητήσει αποζημίωση για αθέμιτο ανταγωνισμό. Το εύρος των επανορθώσεων θα υπερέβαινε κατά πολύ το κόστος των αποζημιώσεων που προκάλεσαν οι μέχρι σήμερα συμφωνίες. Από την πλευρά τους, οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. θα βρίσκονταν εκτεθειμένες σε ακόμη μεγαλύτερους δημοσιονομικούς κινδύνους, γνωρίζοντας ότι 14.400 αμερικανικές εταιρείες διαθέτουν, στην Ευρώπη, δίκτυο 50.800 θυγατρικών. Συνολικά, 75.000 επιχειρήσεις θα μπορούν να ριχτούν στο κυνήγι των κρατικών θησαυροφυλακίων.

Επισήμως, το καθεστώς αυτό αρχικά σχεδιάστηκε για να βοηθήσει στη σταθεροποίηση της θέσης των επενδυτών στις αναπτυσσόμενες χώρες που δεν διαθέτουν αξιόπιστο δικαστικό σύστημα. Θα τους επέτρεπε, κυρίως, να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους σε περίπτωση εθνικοποίησης. Αλλά η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ δεν αποτελούν ακριβώς περιοχές μη δικαίου. Αντίθετα, διαθέτουν δικαστικά συστήματα που λειτουργούν και σέβονται πλήρως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Θέτοντάς τις, παρ’ όλα αυτά, κάτω από την κηδεμονία ειδικών δικαστηρίων, η ΤΤΙΡ αποδεικνύει ότι στόχος της δεν είναι η προστασία των επενδυτών, αλλά η ενίσχυση της εξουσίας των πολυεθνικών.

Δίωξη για την αύξηση του κατώτατου μισθού

Εννοείται, βέβαια, ότι οι νομικοί που θα στελεχώνουν τα δικαστήρια αυτά δεν θα έχουν να λογοδοτήσουν σε κανένα εκλογικό σώμα. Αντιστρέφοντας ανάλαφρα τους ρόλους, θα μπορούν εξίσου καλά να υπηρετήσουν ως δικαστές ή να εκπροσωπήσουν τους ισχυρούς πελάτες τους [5]. Οι νομικοί του διεθνούς επενδυτικού δικαίου αποτελούν έναν μικρόκοσμο : μόλις 15 άνθρωποι μοιράζονται το 55% των υποθέσεων που έχουν εκδικαστεί μέχρι σήμερα. Φυσικά, οι αποφάσεις τους είναι τελεσίδικες.

Τα « δικαιώματα » που οι δικαστές αυτοί έχουν αποστολή να προστατεύουν, διατυπώνονται σκόπιμα με τρόπο ασαφή και η ερμηνεία τους σπάνια εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πλειοψηφίας. Έτσι, πρέπει να αντιμετωπίσει κανείς το δικαίωμα του επενδυτή να λειτουργεί κάτω από ένα θεσμικό πλαίσιο σύμφωνο με τις « προβλέψεις » του -το οποίο θα πρέπει να μεταφραστεί ως απαγόρευση να τροποποιήσει η κυβέρνηση την πολιτική της από τη στιγμή που η επένδυση έχει πραγματοποιηθεί. Όσο για το δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση « έμμεσης απαλλοτρίωσης », αυτό σημαίνει ότι το Δημόσιο θα πρέπει να βάλει το χέρι στην τσέπη εάν η νομοθεσία του έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας μιας επένδυσης, ακόμη κι αν η ίδια νομοθεσία ισχύει και για τις εγχώριες επιχειρήσεις. Τα δικαστήρια αναγνωρίζουν, επίσης, το δικαίωμα του κεφαλαίου να αποκτά διαρκώς περισσότερες εκτάσεις, φυσικούς πόρους, υποδομές, εργοστάσια κτλ. Καμία αντισταθμιστική πρόβλεψη για τις πολυεθνικές : δεν θα έχουν καμία υποχρέωση απέναντι στα κράτη και θα μπορούν να προχωρούν σε μηνύσεις όποτε και όπου τους αρέσει.

Ορισμένοι επενδυτές έχουν μια πολύ διευρυμένη αντίληψη των αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους. Πρόσφατα, ευρωπαϊκές εταιρείες προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη κατά της αύξησης του κατώτατου μισθού στην Αίγυπτο ή κατά του περιορισμού των τοξικών εκπομπών αερίων στο Περού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου στην αμερικανική ήπειρο χρησίμευσε στην προστασία του δικαιώματος του αμερικανικού ομίλου Renco να μολύνει το περιβάλλον [6]. Άλλο παράδειγμα ; Ο γίγαντας της καπνοβιομηχανίας Philip Morris, έχοντας ενοχληθεί λόγω της αντικαπνιστικής νομοθεσίας σε Ουρουγουάη και Αυστραλία, έσυρε τις δύο χώρες σε ειδικό δικαστήριο. Ο αμερικανικός φαρμακευτικός όμιλος Eli Lilly επιδιώκει να αποδοθεί δικαιοσύνη σε βάρος του Καναδά, τον οποίο θεωρεί ένοχο επειδή εφάρμοσε σύστημα ευρεσιτεχνιών που κάνει ορισμένα φάρμακα πιο φθηνά. Η σουηδική εταιρεία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας Vattenfall διεκδικεί αποζημίωση αρκετών εκατομμυρίων ευρώ από τη Γερμανία για την « ενεργειακή στροφή » της, με την οποία θεσμοθετείται πιο αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο για τη λειτουργία των εργοστασίων λιθάνθρακα και ταυτόχρονα επιδιώκεται η εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας.

Δεν υπάρχει όριο στις κυρώσεις που μπορούν να επιβάλλουν τέτοια ειδικά δικαστήρια σε βάρος των κρατών και προς όφελος των πολυεθνικών. Πέρσι, ο Ισημερινός καταδικάστηκε σε καταβολή ποσού ρεκόρ, 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε εταιρεία πετρελαίου [7]. Ακόμη κι όταν οι κυβερνήσεις κερδίζουν τις δίκες, θα πρέπει να πληρώνουν δικαστικά έξοδα και διάφορες προμήθειες, τα οποία ανέρχονται, κατά μέσο όρο, σε 8 εκατομμύρια δολάρια ανά υπόθεση, μια σπατάλη σε βάρος των πολιτών. Γι’ αυτό οι κυβερνήσεις συχνά προτιμούν να διαπραγματευτούν με τους ενάγοντες, παρά να προβάλλουν τα επιχειρήματά τους ενώπιον του δικαστηρίου. Έτσι, το κράτος του Καναδά γλύτωσε μια δικαστική μάχη ακυρώνοντας εσπευσμένα την απαγόρευση χρήσης ενός τοξικού προσθέτου που χρησιμοποιεί η πετρελαϊκή βιομηχανία.

Ωστόσο, οι απαιτήσεις των εταιρειών αυξάνονται διαρκώς. Σύμφωνα με τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (Unctad), ο αριθμός των υποθέσεων που φθάνουν στα ειδικά δικαστήρια έχει δεκαπλασιαστεί από το 2000. Μολονότι το σύστημα εμπορικής διαιτησίας άρχισε να εφαρμόζεται τη δεκαετία του 1950, ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε τόσο πολύ από τα ιδιωτικά συμφέροντα όσο το 2012, ασυνήθιστη χρονιά ως προς τον αριθμό των σχετικών εμπορικών προσφυγών. Η έκρηξη αυτή έχει δημιουργήσει ένα ανθηρό φυτώριο οικονομικών και νομικών συμβούλων.

Το σχέδιο της μεγάλης αμερικανο-ευρωπαϊκής αγοράς προωθείται εδώ και πολλά χρόνια από τον Διατλαντικό Οικονομικό Διάλογο (Trans-Atlantic Business Dialogue, TABD), ένα λόμπι που σήμερα είναι πιο γνωστό με την ονομασία Trans-Atlantic Business Council (TABC). Αυτό το φόρουμ πλούσιων επιχειρηματιών, το οποίο δημιουργήθηκε το 1995, υπό από την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου, υποστηρίζει ένθερμα έναν πολύ εποικοδομητικό « διάλογο » μεταξύ των οικονομικών ελίτ των δύο ηπείρων, της αμερικανικής κυβέρνησης και των Ευρωπαίων επιτρόπων στις Βρυξέλλες. Το TABC είναι ένα διαρκές φόρουμ που επιτρέπει στις πολυεθνικές να συντονίζουν τις επιθέσεις τους κατά των πολιτικών γενικού συμφέροντος, οι οποίες ακόμη διαθέτουν ερείσματα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Ο, δημόσια διακηρυγμένος, στόχος του φόρουμ είναι η κατάργηση των ρυθμίσεων, τις οποίες ονομάζει « οχλήσεις στο εμπόριο » (trade irritants), δηλαδή η οικονομική δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων στις δύο ηπείρους με τους ίδιους κανόνες και χωρίς κρατική ανάμιξη. Η « εναρμόνιση των ρυθμιστικών πλαισίων » και η « αμοιβαία αναγνώριση » αποτελούν μέρος των συνθημάτων του φόρουμ για να παροτρύνει τις κυβερνήσεις να επιτρέψουν προϊόντα και υπηρεσίες που παραβιάζουν τις εθνικές νομοθεσίες.

Άδικη απόρριψη του χοιρινού με ρακτοπαμίνη

Αντί, όμως, να προτείνουν μια κάποια χαλάρωση των νόμων που ισχύουν, οι ακτιβιστές της διατλαντικής αγοράς επιδιώκουν να τους ξαναγράψουν. Έτσι, το αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο και το BusinessEurope, δύο από τις μεγαλύτερες εργοδοτικές οργανώσεις του πλανήτη, κάλεσαν τις αντιπροσωπείες που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις της ΤΤΙΡ να οργανώσουν μια συνάντηση εργασίας με ορισμένους μεγαλομετόχους και πολιτικούς αξιωματούχους, προκειμένου να « συντάξουν μαζί τα ρυθμιστικά κείμενα », τα οποία, στη συνέχεια, θα περάσουν στη νομοθεσία των ΗΠΑ και των κρατών της Ε.Ε.. Είναι να αναρωτιέται κανείς, βέβαια, εάν η παρουσία των πολιτικών κατά τη σύνταξη των κειμένων κρίνεται πραγματικά απαραίτητη…

Κατά τα φαινόμενα, οι πολυεθνικές δείχνουν αξιοσημείωτη ειλικρίνεια στην αποκάλυψη των προθέσεών τους. Για παράδειγμα, στο ζήτημα των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ). Αν και, στις ΗΠΑ, οι μισές πολιτείες εξετάζουν το ενδεχόμενο να καταστήσουν υποχρεωτική την ένδειξη ότι κάποιο τρόφιμο περιέχει ΓΤΟ -μέτρο που υποστηρίζει το 80% των Αμερικανών καταναλωτών- οι βιομηχανίες αγροτικών και διατροφικών προϊόντων, όπως και οι ανταγωνιστές τους στην Ευρώπη, πιέζουν για την απαγόρευση ενδείξεων τέτοιου τύπου. Η αμερικανική Εθνική Ένωση Ζαχαροπλαστών δεν μάσησε τα λόγια της : « Η αμερικανική βιομηχανία θα επιθυμούσε η ΤΤΙΡ να προχωρήσει στο ζήτημα αυτό, καταργώντας τις ενδείξεις για ΓΤΟ και τις προδιαγραφές αναγραφής των συστατικών ». Από την πλευρά της, η Ένωση Βιομηχανιών Βιοτεχνολογίας (Biotechnology Industry Organization, BIO), με τη μεγάλη επιρροή της και με ισχυρά μέλη, όπως ο γίγαντας Monsanto, εκφράζει αγανάκτηση για το γεγονός ότι προϊόντα με ΓΤΟ που πωλούνται κανονικά στις ΗΠΑ απαγορεύονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Κατά συνέπεια, η Ένωση εύχεται, « το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ της απορρύθμισης των νέων προϊόντων βιοτεχνολογίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και της υποδοχής που τυγχάνουν στην Ευρώπη » να γεφυρωθεί ταχύτατα [8]. Η Monsanto και οι φίλοι της δεν κρύβουν την ελπίδα τους ότι η διατλαντική ζώνη ελεύθερου εμπορίου θα τους επιτρέψει, επιτέλους, να επιβάλλουν στους Ευρωπαίους τον « μακρύ κατάλογο προϊόντων με ΓΤΟ που περιμένουν να εγκριθούν και να χρησιμοποιηθούν [9] ».

Η επίθεση δεν είναι λιγότερο σαρωτική στο πεδίο της ιδιωτικής ζωής. Η Συμμαχία Ψηφιακού Εμπορίου (Digital Trade Coalition, DTC), στην οποία συμμετέχουν βιομηχανίες από τους τομείς του διαδικτύου και της υψηλής τεχνολογίας, πιέζει τους αντιπροσώπους στις διαπραγματεύσεις για την ΤΤΙΡ να άρουν τους φραγμούς που εμποδίζουν τις ελεύθερες ροές προσωπικών δεδομένων από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ. « Η σημερινή προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παρέχουν “επαρκή” προστασία στην ιδιωτική ζωή, δεν είναι λογική », δηλώνουν με επιμονή οι εκπρόσωποι των λόμπι. Στο φως των αποκαλύψεων του Έντουαρντ Σνόουντεν για το σύστημα κατασκοπείας της αμερικανικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας (National Security Agency, NSA), μια τόσο ξεκάθαρη άποψη σκανδαλίζει. Δεν φτάνει, ωστόσο, τη δήλωση του US Council for International Business (USCIB), ενός συνδέσμου επιχειρήσεων που, όπως ακριβώς η Verizon, παρείχαν σε μαζική κλίμακα προσωπικά δεδομένα στην NSA : « Η συμφωνία πρέπει να οριοθετήσει τις εξαιρέσεις, όπως η ασφάλεια και η προσωπική ζωή, για να διασφαλίσει ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν ως καλυμμένα εμπόδια στο ελεύθερο εμπόριο ».

Στο στόχαστρο, όμως, έχουν μπει και οι προδιαγραφές ποιότητας στο πεδίο της διατροφής. Η αμερικανική βιομηχανία κρέατος επιδιώκει να επιτύχει την κατάργηση του ευρωπαϊκού κανονισμού που απαγορεύει τα κοτόπουλα που έχουν απολυμανθεί με χλώριο. Ο όμιλος Yum !, κάτοχος της αλυσίδας γρήγορου φαγητού Kentucky Fried Chicken (KFC), που βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή της μάχης αυτής, μπορεί να υπολογίζει στη δύναμη πυρός των εργοδοτικών οργανώσεων. « Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει μόνο τη χρήση νερού και ατμού στα κοτόπουλα », διαμαρτύρεται η Βορειοαμερικανική Ένωση Κρέατος, ενώ μια άλλη ομάδα πίεσης, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κρέατος, εκφράζει τη λύπη του για « την αδικαιολόγητη απόρριψη » από τις Βρυξέλλες « των κρεάτων με αναβολικά πρόσθετα, όπως η υδροχλωρική ρακτοπαμίνη ».

Η ρακτοπαμίνη είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται για την αύξηση του όγκου του άπαχου κρέατος σε χοίρους και βοοειδή. Λόγω των κινδύνων που εγκυμονεί για την υγεία ζώων και καταναλωτών, έχει απαγορευτεί σε 160 χώρες, μεταξύ τους και τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., η Ρωσία και η Κίνα. Για τον αμερικανικό όμιλο παραγωγής χοιρινού κρέατος, το προστατευτικό αυτό μέτρο αποτελεί διατάραξη του ελεύθερου ανταγωνισμού, στην οποία η συμφωνία ΤΤΙΡ πρέπει επειγόντως να δώσει τέλος.

« Οι αμερικανικές εταιρείες παραγωγής χοιρινού κρέατος δεν θα αποδεχθούν άλλο αποτέλεσμα παρά την άρση της ευρωπαϊκής απαγόρευσης της ρακτοπαμίνης », απειλεί το Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγών Χοιρινού Κρέατος (National Pork Producers Council, NPPC). Στο μεταξύ, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι βιομήχανοι που συμμετέχουν στο BusinessEurope καταγγέλλουν « τα εμπόδια που επηρεάζουν τις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ο αμερικανικός νόμος περί διατροφικής ασφάλειας ». Πράγματι, από το 2011, ο συγκεκριμένος νόμος δίνει τη δυνατότητα στις υπηρεσίες ελέγχου να αποσύρουν από την αγορά τα μολυσμένα εισαγόμενα προϊόντα. Οι διαπραγματευτές της ΤΤΙΡ δέχονται εκκλήσεις να εξουδετερώσουν και αυτή τη διάταξη.

Τα ίδια ισχύουν και στο πεδίο των αερίων του θερμοκηπίου. Η οργάνωση Airlines for America (A4A), το μακρύ χέρι των αμερικανικών εταιρειών αερομεταφορών, συνέταξε κατάλογο « άχρηστων διατάξεων, οι οποίες προκαλούν σημαντική ζημιά στη βιομηχανία » τους και τις οποίες η ΤΤΙΡ μπορεί, φυσικά, να καταργήσει. Στην πρώτη θέση του καταλόγου βρίσκεται το ευρωπαϊκό σύστημα ανταλλαγής ποσοστώσεων εκπομπής αερίων, το οποίο υποχρεώνει τις αεροπορικές εταιρείες να πληρώνουν για το διοξείδιο του άνθρακα που εκπέμπουν. Οι Βρυξέλλες ανέστειλαν προσωρινά το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Η Α4Α απαιτεί την οριστική κατάργησή του στο όνομα της « προόδου ».

Η σταυροφορία των αγορών, όμως, δείχνει το πιο αδιάλλακτο πρόσωπό της στα ζητήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Πέντε χρόνια μετά την εκδήλωση της κρίσης των subprime, οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές έχουν συμφωνήσει ότι οι προθέσεις ρύθμισης της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας πρέπει να αποτελέσουν παρελθόν. Το θεσμικό πλαίσιο που θέλουν να θέσουν σε εφαρμογή προβλέπει την άρση κάθε δικλείδας ασφαλείας όσον αφορά τις επικίνδυνες τοποθετήσεις και την παρεμπόδιση των κυβερνήσεων να ελέγχουν τον όγκο, τον χαρακτήρα ή την προέλευση των χρηματιστηριακών προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά. Με δυο λόγια, πρόκειται απλούστατα για την οριστική εγκατάλειψη της λέξης « ρύθμιση ».

Από πού πηγάζει αυτή η θεαματική επιστροφή στη θατσερική εποχή ; Ανταποκρίνεται, κυρίως, στις επιθυμίες της Ένωσης Γερμανικών Τραπεζών, η οποία δεν παραλείπει να εκφράσει τις « ανησυχίες » της σχετικά με την, έτσι κι αλλιώς, δειλή μεταρρύθμιση της Γουόλ Στριτ, που υιοθετήθηκε την επαύριο της κρίσης του 2008. Ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της Ένωσης, ως προς τις συγκεκριμένες πιέσεις, είναι η Deutsche Bank, η οποία, πάντως, το 2009, εισέπραξε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια από την Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα, σε αντάλλαγμα τίτλων που στηρίζονταν σε ενυπόθηκα δάνεια [10]. Ο γερμανικός τραπεζικός γίγαντας θέλει να τελειώνει με τη ρύθμιση Βόλκερ, τον ακρογωνιαίο λίθο της μεταρρύθμισης της Γουόλ Στριτ, ρύθμιση που, σύμφωνα με τη γερμανική τράπεζα, φορτώνει « τεράστιο βάρος στις μη αμερικανικές τράπεζες ». Η Insurance Europe, αιχμή του δόρατος των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών εταιρειών, εύχεται, από την πλευρά της, η ΤΤΙΡ να « καταργήσει » τις εγγυήσεις που αποτρέπουν τον κλάδο από περιπέτειες σε τοποθετήσεις υψηλού κινδύνου.

Όσο για το Φόρουμ των Ευρωπαϊκών Υπηρεσιών, εργοδοτική οργάνωση στην οποία είναι μέλος και η Deutsche Bank, κινείται δραστήρια στους διαδρόμους των διατλαντικών διαπραγματεύσεων, ώστε οι αμερικανικές υπηρεσίες ελέγχου να πάψουν να αναμιγνύονται στις υποθέσεις των μεγάλων ξένων τραπεζών που λειτουργούν στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αμερικανική πλευρά ελπίζει κυρίως ότι η ΤΤΙΡ θα θάψει για τα καλά το ευρωπαϊκό σχέδιο φορολόγησης των χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Η υπόθεση αυτή φαίνεται να έχει κριθεί, με την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να θεωρεί ότι ο φόρος αυτός δεν συνάδει με τους κανονισμούς του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου [11]. Καθώς η διατλαντική ζώνη ελεύθερου εμπορίου υπόσχεται έναν ακόμα πιο αχαλίνωτο φιλελευθερισμό απ’ ότι ο ΠΟΕ, και από τη στιγμή που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) αντιτίθεται συστηματικά σε κάθε μορφής έλεγχο στις κινήσεις κεφαλαίων, ο καχεκτικός « φόρος Τόμπιν » δεν ανησυχεί πια πολλούς στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι σειρήνες της απορρύθμισης, όμως, δεν ηχούν μόνο στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η ΤΤΙΡ επιδιώκει να ανοίξει στον ανταγωνισμό όλους τους « αόρατους » κλάδους ή τους κλάδους γενικού συμφέροντος. Τα κράτη που θα υπογράψουν τη συμφωνία ΤΤΙΡ θα υποχρεωθούν όχι μόνο να υποτάξουν τις δημόσιες υπηρεσίες τους στην εμπορευματική λογική, αλλά και να παραιτηθούν οποιουδήποτε δικαιώματος επέμβασης στους ξένους παρόχους υπηρεσιών που εποφθαλμιούν τις αγορές τους. Τα πολιτικά περιθώρια ελιγμών σε υγεία, ενέργεια, παιδεία, νερό ή μεταφορές θα εξανεμιστούν. Ο εμπορικός πυρετός δεν προσπερνά ούτε τη μετανάστευση, αφού οι εμπνευστές της ΤΤΙΡ υφαρπάζουν την αρμοδιότητα εφαρμογής κοινής πολιτικής στα σύνορα -αναμφίβολα για να διευκολύνουν την είσοδο όσων έχουν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία να πουλήσουν σε βάρος των υπολοίπων.

Τους τελευταίους μήνες, ο ρυθμός των διαπραγματεύσεων επιταχύνεται. Στην Ουάσινγκτον, έχουν σοβαρούς λόγους να πιστεύουν ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι έτοιμοι για οτιδήποτε μπορεί να τονώσει την οικονομική ανάπτυξη που καρκινοβατεί, ακόμη κι αν το τίμημα είναι η εγκατάλειψη του κοινωνικού συμβολαίου. Το επιχείρημα των υποστηρικτών της ΤΤΙΡ, σύμφωνα με το οποίο το απορρυθμισμένο, ελεύθερο εμπόριο θα διευκολύνει τις εμπορικές συναλλαγές και, επομένως, θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας, φαίνεται να βαρύνει περισσότερο από τον φόβο ενός κοινωνικού σεισμού. Οι ισχύοντες τελωνειακοί φραγμοί μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών είναι, πάντως, « ήδη πολύ χαμηλοί », όπως αναγνωρίζει ο Αμερικανός αντιπρόσωπος σε θέματα Εμπορίου [12]. Οι ίδιοι οι πρωτεργάτες της ΤΤΙΡ παραδέχονται ότι κύριος στόχος τους δεν είναι να ελαφρύνουν τους, έτσι κι αλλιώς ασήμαντους, τελωνειακούς περιορισμούς, αλλά να επιβάλλουν « την εξαφάνιση, τον περιορισμό ή την αποτροπή περιττών εθνικών πολιτικών [13] », όπου « περιττό » θεωρείται οτιδήποτε επιβραδύνει τη ροή των εμπορευμάτων, όπως η ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η μάχη κατά της υπερθέρμανσης του πλανήτη ή η άσκηση της δημοκρατίας.

Είναι αλήθεια ότι οι ελάχιστες μελέτες σχετικά με τις συνέπειες της ΤΤΙΡ δεν στέκονται καθόλου στις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Μια έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας (European Centre for international political Economy, Ecipe), η οποία αναφέρεται συχνά, διαβεβαιώνει, με το κύρος ενός εμπορικού Νοστράδαμου, ότι η ΤΤΙΡ θα αποφέρει στους κατοίκους της διατλαντικής αγοράς επιπλέον κατά κεφαλήν εισόδημα 3 λεπτών την ημέρα, από το… 2029 [14].

Παρά την αισιοδοξία της, η ίδια μελέτη υπολογίζει μόνο σε 0,06% την αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες με την έναρξη ισχύος της ΤΤΙΡ. Και αυτό το « αποτέλεσμα » είναι σε μεγάλο βαθμό εκτός πραγματικότητας, στο μέτρο που οι συντάκτες της μελέτης έχουν ως αρχή ότι το ελεύθερο εμπόριο προσδίδει « δυναμισμό » στην οικονομική ανάπτυξη, θεωρία που διαψεύδεται διαρκώς από τα γεγονότα. Άλλωστε, μια τόσο απειροελάχιστη αύξηση του ΑΕΠ θα ήταν ανεπαίσθητη. Ως μέτρο σύγκρισης, η πέμπτη έκδοση του iPhone της Apple προκάλεσε στις Ηνωμένες Πολιτείες οκτώ φορές σημαντικότερη αύξηση του ΑΕΠ.

Σχεδόν όλες οι μελέτες για την ΤΤΙΡ έχουν χρηματοδοτηθεί από ιδρύματα που διάκεινται ευνοϊκά προς το ελεύθερο εμπόριο ή από εργοδοτικές οργανώσεις, λόγος για τον οποίο το κοινωνικό κόστος της συμφωνίας δεν εμφανίζεται πουθενά, όπως και τα άμεσα θύματά της, τα οποία, όμως, θα μπορούσαν να ανέλθουν σε εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες. Πάντως, το παιχνίδι δεν έχει ακόμη κριθεί. Όπως έδειξαν οι δυσάρεστες περιπέτειες της ΠΣΕ, της FTAA και ορισμένων γύρων διαπραγματεύσεων του ΠΟΕ, η χρησιμοποίηση του « εμπορίου » ως Δούρειου Ίππου για την εξάρθρωση της κοινωνικής προστασίας και την εγκαθίδρυση της χούντας των επιχειρηματιών απέτυχε πολλές φορές κατά το παρελθόν. Τίποτε δεν προδικάζει ότι θα πετύχει τώρα.

finde_surligneconditionnel

Notes

debut_surligneconditionnel

[1] Βλ. « Le nouveau manifeste du capitalisme mondial », Le Monde diplomatique, Φεβρουάριος 1998.

[2] « Some secrecy needed in trade talks : Ron Kirk », Reuters, 13-5-12.

[3] Zach Carter, « Elizabeth Warren opposing Obama trade nominee Michael Froman », 19 Ιουνίου 2013.

[4] « Table of foreign investor-state cases and claims under NAFTA and other US “trade” deals », Public Citizen, Αύγουστος 2013.

[5] Andrew Martin, « Treaty disputes roiled by bias charges », 10-7-13.

[6] « Renco uses US-Peru FTA to evade justice for La Oroya pollution », Public Citizen, 28-11-12.

[7] « Ecuador to fight oil dispute fine », Agence France-Presse, 13-10-12.

[8] Σχόλια για τη συμφωνία διατλαντικής συνεργασίας, έγγραφο του ΒΙΟ, Ουάσινγκτον, Μάιος 2013.

[9] « EU-US high level working group on jobs and growth. Response to consultation by EuropaBio and BIO ».

[10] Shahien Nasiripour, « Fed opens books, revealing European megabanks were biggest beneficiaries », 10-1-12.

[11] « Europe admits speculation taxes a WTO problem », Public Citizen, 30-4-10.

[12] Αλληλογραφία του Demetrios Marantis, Αμερικανού αντιπροσώπου για θέματα Εμπορίου, στον John Boehner, εκπρόσωπο των Ρεπουμπλικάνων στο Κογκρέσο, Ουάσινγκτον, 20 Μαρτίου 2013, http://ec.europa.eu

[13] « Final report. High level working group on jobs and growth », 11-2-13.

[14] « TAFTA’s trade benefit : A candy bar », Public Citizen, 11-7-13. 

ΠΡΙΝ 28 Ιουνίου 2015

timthumb.php

Θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (ΤΤΙΡ) με βόμβα νετρονίου. Αν το υπερόπλο αυτό τεθεί σε ισχύ, οι δημοκρατικοί θεσμοί θα παραμείνουν στη θέση τους σαν άδεια κελύφη, απογυμνωμένα από κάθε δυνατότητα παρέμβασης υπέρ των συμφερόντων της μεγάλης πλειοψηφίας. Μετά από εννέα γύρους μυστικών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην Κομισιόν και το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου έχει γίνει απόλυτα σαφές ότι η εμπορική συμφωνία EE – ΗΠΑ δεν αφορά την κατάργηση του προστατευτισμού, αλλά την κατάργηση της προστασίας – της προστασίας της εργασίας, της προστασίας της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος, της διατροφικής ασφάλειας, των ψηφιακών δικαιωμάτων, του ρόλου του κράτους στην οικονομία. Το πεδίο που σαρώνει η ΤΤΙΡ είναι τόσο πλατύ ώστε δεν είναι καθόλου περίεργο το γεγονός ότι η διατλαντική συμφωνία είναι το υπ αριθμόν ένα κόκκινο πανί για τα κινήματα σε Ευρώπη και Αμερική. Αυτό που έχουν κατανοήσει -και που δεν έχει ακόμα γίνει αρκετα σαφές στην Ελλάδα- είναι ότι όλες οι μάχες, για αύξηση του κατώτατου μισθού, για δημόσια δωρεάν παιδεία, για προστασία του κλίματος γίνονται απείρως δυσκολότερες αν μια χώρα δεθεί χειροπόδαρα με μία εμπορική συμφωνία όπως η ΤΤΙΡ. Η συμφωνία αυτή είναι η μεγάλη αδελφή των μνημονίων, μια συνταγή για να καταπατηθούν οι «κόκκινες γραμμές» των κοινωνιών και να επιβληθεί η ατζέντα των πολυεθνικών ακόμη και στις χώρες που δεν έχουν πέσει στην παγίδα του χρέους.

Η αποτυχημένη απόπειρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να περάσει ψήφισμα υπέρ της ΤΤΙΡ στις 10 Ιουνίου, λόγω του βαθύτατου διχασμού στους κόλπους των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών, μέρος των οποίων έχει προσχωρήσει στους επικριτές της συμφωνίας, δείχνει το πλάτος των αντιδράσεων. Αν η πίεση από τα κάτω εξακολουθήσει αμείωτη, είναι πιθανό η ΤΤΙΡ να βρει μια θέση στο νεκροταφείο εμπορικών συμφωνιών που ατύχησαν, πλάι στην ΜΑΙ – την πολυμερή συμφωνία για τις επενδύσεις, που στα τέλη του ‘90 τροφοδότησε το κίνημα κατά της παγκοσμιοποιησης. Θα είναι μια μεγάλη στιγμή για το εντυπωσιακό κίνημα αντίστασης, αλλά και μια αφορμή για έντονο προβληματισμό. Αν, παρά το ξεκάθαρο όχι των λαών, κάθε λίγα χρόνια αυτές οι συμφωνίες ανασταίνονται με διαφορετικό περιτύλιγμα και το ίδιο, ή και πιο επιθετικό, περιεχόμενο, μήπως κάτι κάνουμε λάθος;

Ας αρχίσουμε από τα βασικά: Αν μια χώρα υπογράψει εμπορική συμφωνία, οφείλει να προσαρμόσει τους νόμους της στις επιταγές της συμφωνίας. Αν η ΤΤΙΡ υποχρεώσει τις ευρωπαϊκές χώρες να εισάγουν αμερικανικό βοδινό μεγαλωμένο με ανεξέλεγκτες ποσότητες αντιβιοτικών, ή αμερικανικά κραγιόν με μόλυβδο, ούτε τα κράτη-μέλη, ούτε η Κομισιόν μπορούν να αντιδράσουν. Η «λογική» πίσω από την TTIP, αν υπάρχει κάποια λογική πέρα από την απροσχημάτιστη προώθηση των συμφερόντων της οικονομικής ελίτ, είναι η εξής: Τα προϊόντα, πχ τα φάρμακα αδειοδοτούνται στις ΗΠΑ με μια διαδικασία Χ, στην Ευρώπη με μία διαδικασία Ψ. Αν αποφασίσουμε ότι οι διαδικασίες αυτές είναι ισοδύναμες, γλιτώνουμε την διπλή αδειοδότηση, που κοστίζει χρόνο και χρήμα, διευκολύνοντας την αγορά προς όφελος όλων. Πού είναι το πρόβλημα; Καταρχήν το «προς όφελος όλων» είναι αστείο, αφού οι πολυεθνικές του φαρμάκου δεν συνηθίζουν να μοιράζονται τα αυξημένα κέρδη με τους ασθενείς ή τα ασφαλιστικά ταμεία, παρά μόνο με τους μετόχους τους. Δεύτερον και βασικότερο, σε πολλούς κλάδους οι διαφορές ΗΠΑ-Ε.Ε. είναι ουσιαστικές και η αμοιβαία αναγνώριση, (συνοδευόμενη από την παραπλανητική διαβεβαίωση ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να κρατήσει τα στάνταρντς του) οδηγεί σε εξίσωση προς τα κάτω, ξηλώνοντας κατακτήσεις δεκαετιών. Στην Ευρώπη, οι απαγορευμένες χημικές ουσίες αγγίζουν τις 7.000, ενώ στις ΗΠΑ είναι μόνο 11. Αντιστρόφως, στις ΗΠΑ η κρίση του 2008 οδήγησε σε προσπάθεια ρύθμισης του τραπεζικού συστήματος με τον νόμο Ντοντ-Φρανκ, τον οποίο το Σίτι και η Φρανκφούρτη ανυπομονούν να κατεδαφίσουν με την βοήθεια της ΤΤΙΡ.

Λίγοι στην Ευρώπη ενθουσιάζονται με την ιδέα μιας εμπορικής συμφωνίας που θα απαγορεύει τη σήμανση των μεταλλαγμένων, αλλά μακάρι τα προβλήματα να περιορίζονταν στην διατροφική ασφάλεια. Η αθρόα εισαγωγή αμερικανικών αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων, που τώρα μένουν εκτός συνόρων λόγω χαμηλότερων στάνταρντς, θα οδηγήσει κυριολεκτικά σε καταστροφή ολόκληρους κλάδους, όπως πχ την κτηνοτροφία στην Ιρλανδία. Eφόσον η ΤΤΙΡ τεθεί σε εφαρμογή και αν ως τότε έχει μείνει λίθος επι λίθου στην ελληνική οικονομία, οι επιπτώσεις της μπορεί να είναι σαρωτικές και για την ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία. Η μελέτη που η ίδια η Κομισιόν παρήγγειλε στο ινστιτούτο CEPR, εκτιμά ότι η ΤΤΙΡ θα καταργήσει ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας, εκ των οποίων τα δύο τρίτα στην Ευρώπη -σε περίπτωση «μικρής» συμφωνίας, ενώ αν στην τελική συμφωνία συμπεριληφθούν όλοι οι τομείς που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, οι άνεργοι ελέω ΤΤΙΡ θα φθάσουν τα δύο εκατομμύρια. Οι επιπτώσεις διαφέρουν ανά κλάδο, είναι χειρότερες στην ευρωπαϊκή περιφέρεια από ό,τι στις πιο ανταγωνιστικές χώρες του κέντρου και διασχίζουν τον Ατλαντικό. Είναι πολύ χαρακτηριστικό, ότι προκειμένου να χορηγήσει το Κογκρέσο στον Αμερικανό πρόεδρο Ομπάμα εξουσίες fast-track για την διαπραγμάτευση εμπορικών συμφωνιών, επιμένει σε συνοδευτικό νόμο που θα βοηθά εργαζομένους που χάνουν την δουλειά τους εξαιτίας των συμφωνιών αυτών. Τα κρούσματα Ευρωπαίων πολιτικών που ισχυρίζονται ότι η ΤΤΙΡ θα φέρει ευημερία και θέσεις εργασίας έχουν λιγοστέψει αφότου έγινε χόμπι για τις ευρωπαϊκές οργανώσεις να αλιεύουν τα ψέματα με τα οποία επιχειρείται να σερβιριστεί η ΤΤΙΡ.

Ενα από τα μαργαριτάρια αυτά είναι ότι υπάρχει «καλό ISDS». Το ISDS (Μηχανισμός επίλυσης διαφορών κράτους- επενδυτή) είναι το εξωφρενικό καθεστώς προστασίας των ξένων επενδυτών, που περιλαμβάνεται στην ΤΤΙΡ και σε άλλες εμπορικές συμφωνίες. (βλ. παράκατω). Οι ρήτρες ISDS επιτρέπουν στους ξένους επενδυτές να σύρουν κυβερνήσεις σε τριμελείς επιτροπές διαιτησίας που ορίζονται ανάλογα με την κάθε υπόθεση και στις οποίες «δικαστές» μπορεί να είναι οι ίδιοι άνθρωποι που σε προηγούμενη υπόθεση ήταν συνήγοροι των εταιρειών. Η διαδικασία είναι μυστική, οι αποφάσεις των διαιτητών είναι δεσμευτικές, δεν προβλέπεται έφεση και τα πρόστιμα που επιδικάζονται στις κυβερνήσεις ανέρχονται σε δεκάδες εκατομμύρια, και σε κάποιες περιπτώσεις σε δισεκατομμύρια. Η απόρριψη του ISDS, ακόμη και στη λεγόμενη βελτιωμένη μορφή του, θα έπρεπε να είναι αυτονόητη όχι μόνο για λόγους προστασίας της δημόσιας περιουσίας, ούτε μόνο για λόγους ισονομίας (είναι απαράδεκτο να υπάρχουν διαφορετικά δικαστήρια για τους απλούς πολίτες και τις εχγώριες εταιρείες και διαφορετικά προνόμια για τις ξένες), αλλά και για λόγους δημοκρατίας.

Παράδειγμα: Πολλές χώρες έχουν παγώσει την ψήφιση αντικαπνιστικών νόμων μέχρις ότου κριθεί από την διαιτησία η προσφυγή της Φίλιπ Μόρρις κατά της Αυστραλίας για τα λευκά πακέτα τσιγάρων. Στην περίπτωση αυτή, οι ρήτρες προστασίας επενδυτών επιτίθενται με τον πιο κραυγαλέο τρόπο στα δημοκρατικά αποφασισμένα μέτρα διαφύλαξης της δημόσιας υγείας. Και κάτι ακόμα. Σήμερα, αν μια κυβέρνηση αποφασίσει για παράδειγμα να πάρει πίσω την ύδρευση από μια πολυεθνική πριν λήξει η περίοδος παραχώρησης, η εταιρεία μπορεί να προσφύγει στα εθνικά δικαστήρια. Αλλα με το ISDS, οι εταιρείες εισπράττουν αποζημιώσεις χωρίς καν οι κυβερνήσεις να έχουν αθετήσει κάποιο συμβόλαιο. Οι Αυστραλοί δεν είχαν βέβαια υπογράψει συμβόλαιο με την Φίλιπ Μόρρις για το πόσο θα καπνίζουν, όμως η εταιρεία υποστήριξε ότι η αντικαπνιστική νομοθεσία θίγει την «εύλογη προσδοκία κέρδους». Αυτή η καινοφανής βάση διεκδίκησης ανοίγει τόσο λαμπρό πεδίο προσφυγής κατά κυβερνητικών αποφάσεων σε όλο τον κόσμο, ώστε τα τελευταία χρόνια ανθεί ολόκληρος κλάδος ειδικών αρπακτικών δικηγορικών γραφείων που αναζητούν για λογαριασμό κερδοσκοπικών κεφαλαίων τέτοιες ευκαιρίες.

Εξάλλου, κάτι που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι η ΤΤΙΡ φιλοδοξεί να ανοίξει την «διατλαντική αγορά» της παιδείας όλων των βαθμίδων, της υγείας όλων των βαθμίδων και της παροχής υπηρεσιών. Οταν ένας κλάδος περιλαμβάνεται σε μία εμπορική συμφωνία, οι επενδυτές αποκτούν την «εύλογη προσδοκία κέρδους» που αναφέραμε πιο πάνω και άρα μπορούν να προσφύγουν ενάντια σε οποιονδήποτε νόμο θίγει τα κέρδη τους. Αυτό καθιστά τις ιδιωτικοποιήσεις ουσιαστικά μη αναστρέψιμες, ακυρώνοντας εκ προοιμίου κάθε δημοκρατική εντολή για το αντίθετο. Είναι επίσης πολύ πιθανό η εργασιακή νομοθεσία να προσβληθεί μέσω ΤΤΙΡ ως παρεμπόδιση του ελεύθερου εμπορίου.

Η επίθεση του οικονομικού ολοκληρωτισμού κατά των θεσμών της αστικής δημοκρατίας δεν σταματά εδώ. Η ΤΤΙΡ είναι μία «ζωντανή συμφωνία», δηλαδή εξελίσσεται όσο εξελίσσονται οι νόμοι στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Υπό το πρόσχημα του «συντονισμού» ιδρύεται επιτροπή εμπειρογνωμόνων η οποία ελέγχει εκ των προτέρων οποιοδήποτε νόμο ή κανόνα ενδέχεται να έχει επίδραση στο διατλαντικό εμπόριο. Μέχρι τον περασμένο μήνα, η ευρωπαϊκή επιτροπή ετοίμαζε οδηγία που θα απαγορεύει την παρασκευή εντομοκτόνων με ουσίες που προξενούν ορμονικές διαταραχές. Υπήρχε κατάλογος των ουσιών αυτών και, παρά το λόμπιινγκ των εταιρειών, οι διαδικασίες για την ενσωματωσή του στην ευρωπαϊκή νομοθεσία είχαν προχωρήσει. Το νομοθέτημα πάγωσε γιατί ο σύνδεσμος της αμερικανικής χημικής βιομηχανίας ζήτησε να μην υπάρχει συγκεκριμένος κατάλογος απαγορευμένων ουσιών και η Κομισιόν, με βάση την ΤΤΙΡ, δεν μπορεί να λαμβάνει μέτρα που παρεμποδίζουν το διατλαντικό εμπόριο. Αν αυτό είναι το δείγμα γραφής που δίνει η Κομισιόν προκειμένου η Ουάσιγκτον να πεισθεί ότι οι Βρυξέλλες είναι «σοβαρός εταίρος» στην διαπραγμάτευση για την ΤΤΙΡ, δεν τολμά κανείς να φανταστεί τι θα γίνει αφού υπογραφεί η συμφωνία.

Μετά από όλα τα παραπάνω, είναι απολύτως κατανοητό γιατί οι διαπραγματεύσεις της ΤΤΙΡ διενεργούνται υπό καθεστώς άκρας μυστικότητας. Οι βουλευτές, ακόμη και οι αρμόδιοι υπουργοί των ευρωπαϊκών χωρών, αν θέλουν να δουν τα διαπραγματευτικά έγγραφα πρέπει να κλείσουν ραντεβού στην αμερικανική πρεσβεία και να προσέλθουν μόνο με χαρτί και μολύβι. Οι δε οργανώσεις που ζητούν να ελέγξουν το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι υποχρεωμένες να αρκεστούν στις διαρροές. Φυσικά η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική για τα μεγάλα εταιρικά λόμπι, που έχουν πλήρη γνώση του περιεχομένου της διαπραγμάτευσης και την συνδιαμορφώνουν. Μετά τη μεγάλη κατακραυγή, η Κομισιόν ανέβασε στο ίντερνετ χιλιάδες έγγραφα που αφορούν τις ευρωπαϊκές θέσεις στη διαπραγμάτευση, αλλά το βασικότερο, το προσχέδιο της συμφωνίας, παραμένει μυστικό.

Πρόσφατα οι υπογραφές εναντίον της ΤΤΙΡ ξεπέρασαν τα δύο εκατομμύρια, ενώ όσο περισσότερος κόσμος αντιλαβάνεται τι σημαίνουν αυτά τα αθώα αρχικά, τόσο πιο δύσκολο γίνεται, πολιτικά, να περάσει η ΤΤΙΡ από το ευρωκοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια. Η ιστορία όμως δείχνει ότι αν η διαπραγμάτευση αποτύχει, τότε οι δυνάμεις του ολοκληρωτικού καπιταλισμού που προωθούν την ΤΤΙΡ δεν θα μείνουν με σταυρωμένα χέρια. Θα επανέλθουν, έχοντας ίσως πρώτα φροντίσει να διευκολύνουν την διαπραγμάτευση δημιουργώντας κάποιου είδους καθεστώς εκτάκτου ανάγκης.

Επιδίωξη να εγκριθούν οι συμφωνίες μόνο από τις Βρυξέλες, στο σκοτάδι λαοί και κοινοβούλια

Ποιο είναι το κοινό ανάμεσα στην διατλαντική εμπορική συμφωνία ΤΤΙΡ (Transatlantic Trade and Investment Partnership), στην εμπορική συμφωνία του Ειρηνικού ΤΡΡ (TransPacificPartnership) και στην συμφωνία για το εμπόριο των υπηρεσιών TΙSA (Trade in Services Agreement); Και οι τρεις συμφωνίες που τώρα είναι στα σκαριά συνδέουν τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, αφήνοντας εκτός τις αναδυόμενες δυνάμεις BRICS, δηλαδή τη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική. Η «Αγία Τριάδα» των εμπορικών συμφωνιών χρησιμεύει για να διατηρηθεί η παγκόσμια επικυριαρχία των ΗΠΑ, την ίδια στιγμή που το ειδικό βάρος της αμερικανικής οικονομίας διαρκώς μειώνεται εξαιτίας της ανάδυσης των BRICS. Ειδικά η ΤΤΙΡ χαρακτηρίζεται ανοικτά από την αμερικανική πλευρά “οικονομικό ΝΑΤΟ”, ενώ ένας από τους στόχους είναι να ανοίξει ο δρόμος για εισαγωγή στην ΕΕ αμερικανικού σχιστολιθικού αερίου, ώστε να πληγεί η ενεργειακή συνεργασία ΕΕ-Ρωσίας. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να γράψουν τους κανόνες της παγκόσμιας οικονομίας για τις επόμενες δεκαετίες με βάση τις ανάγκες των δικών τους εταιρειών – και μόνο αυτών, όπως δείχνουν οι ευρύτατες διαμαρτυρίες από αμερικανικές συνδικαλιστικές οργανώσεις εναντίον των εμπορικών συμφωνιών.

Το συνδικαλιστικό κίνημα στις ΗΠΑ έχει την εμπειρία 20 χρόνων ισχύος της συμφωνίας NAFTA με το Μεξικό και τον Καναδά, που οδήγησε σε κλείσιμο εργοστασίων και μεταφορά τους στο Μεξικό, χωρίς να απο κομίσουν οι Αμερικανοί εργαζόμενοι το παραμικρό όφελος. Τώρα δεν θέλουν να ξαναδούν το ίδιο έργο με την ΤΡΡ, που θα τους βάλει να ανταγωνιστούν τους μισθούς πείνας του Βιετνάμ και της Μαλαισίας. Η ΤΡΡ (ΗΠΑ, Καναδάς, Περού, Χιλή, Ιαπωνία, Βιετναμ, Μαλαισία κτλ) συναντά και άλλα εμπόδια, όπως την άρνηση της Ιαπωνίας να θυσιάσει τον αγροτικό της κλάδο και την πίεση της κοινωνίας στη Νέα Ζηλανδία για προστασία του δημόσιου συστήματος υγείας. Το νεοζηλανδικό σύστημα πετυχαίνει σημαντικές εκπτώσεις στις τιμές των φαρμάκων, συντονίζοντας τις παραγγελίες όλης της χώρας με βάση ένα μοντέλο που, αντί να διαδοθεί παγκοσμίως, την επόμενη ημέρα υπογραφής της ΤΡΡ μπορεί να προβληθεί ως μη συμβατό με τη συμφωνία.

Η αγωνία των υποστηρικτών των εμπορικών συμφωνιών στην Ουάσιγκτον είναι να κλείσουν τουλάχιστον μία, τη συμφωνία του Ειρηνικού, που είναι πιο προχωρημένη, πριν ξεκινήσει η εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2016. Εδώ και σχεδόν δύο μήνες, μαίνεται σφοδρή μάχη στο Κογκρέσο προκειμένου να περάσει η νομοθεσία που δίνει όχι μόνο στον Μπαράκ Ομπάμα αλλά και στον επόμενο πρόεδρο, όποιος κι αν είναι, εξουσίες fast-track για την προώθηση εμπορικών συμφωνιών την επόμενη εξαετία. Ολες οι πλευρές έχουν ρίξει τα πιο βαριά όπλα τους στην διαμάχη, με τα συνδικάτα να απειλούν ότι θα υποστηρίξουν αντάρτες υποψηφίους του Δημοκρατικού Κόμματος απέναντι σε όποιον βουλευτή ή γερουσιαστή ψηφίσει το fast-track και τον Μπαράκ Ομπάμα να παρεμβαίνει προσωπικά σε μέλη του Κογκρέσου με πρωτοφανή τρόπο.

Το Κογκρέσο διεκδικεί κάτι που τα κοινοβούλια της Ευρώπης έχουν χάσει από την πρώτη στιγμή που ανέθεσαν την διαπραγμάτευση των εμπορικών συμφωνιών στην γενική διεύθυνση εμπορίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: την δυνατότητα να ζητά τροποποιήσεις. Εδώ δεν είναι καν δεδομένο ότι σε περίπτωση υπογραφής της ΤΤΙΡ θα ζητηθεί η ψήφος των εθνικών κοινοβουλίων, αφού το ιδανικό για την Κομισιόν θα ήταν να αποφευχθεί ο χαρακτηρισμός της ΤΤΙΡ ως «μεικτής συμφωνίας» (συμφωνίας που απαιτεί επικύρωση και από τις εθνικές αρχές), ώστε να είναι αρκετή για το εταιρικό πραξικόπημα η έγκριση του συμβουλίου αρχηγών κρατών της ΕΕ και η ψήφος του ευρωκοινοβουλίου. Μέχρι τότε υπάρχει αρκετός δρόμος, αφού οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν ακόμα προχωρήσει στα πιο ευαίσθητα κεφάλαια. Αντιθέτως, έχουν λήξει οι διαπραγματεύσεις και έχουν μπει οι υπογραφές σε μια άλλη εμπορική συμφωνία ανάμεσα στην ΕΕ και τον Καναδά (CETA). Η CETA περιέχει τις ίδιες καταχρηστικές ρήτρες προστασίας επενδυτών ISDS που περιέχει και η ΤΤΙΡ, με αποτέλεσμα να τίθενται ακριβώς τα ίδια ζητήματα παράκαμψης της δημοκρατίας, απειλής για τα κρατικά ταμεία και εταιρικού εκφοβισμού στους νομοθέτες. Τα δικαιώματα αυτά δεν δίδονται μόνο στις καναδικές εταιρείες (πχ στην Ελντοράντο Γκόλντ) αλλά και στις θυγατρικές πολυεθνικών στον Καναδά, ανοίγοντας την κερκόπορτα για την πλήρη προσαρμογή της νομοθεσίας στην ΕΕ. Η CETA βρίσκεται στο στάδιο της νομικής επεξεργασίας και όποιες κυβερνήσεις προσπαθούν να την υποβαθμίσουν, καλό είναι να θυμούνται ότι οι 2 εκατομμύρια υπογραφές σε όλη την Ευρώπη δεν ζητούν μόνο την κατάργηση της TTIP αλλα και της CETA.

Το Wikileaks ξεκίνησε καμπάνια ανταμοιβής με 100.000 ευρώ σε όποιον διαρρεύσει το πλήρες κείμενο της επερχόμενης διατλαντικής συμμαχίας.

 

Σχετικά με την AllNewz

AllNewz

Υπεύθυνη σύνταξης - Γιάννα Μυράτ:
Μουσικός, συγγραφέας, αναλύτρια, ακτιβίστρια

Add comment

By AllNewz

Ακολουθήστε μας!

AllNewz – κύριο ιστολόγιο

Πρόσφατα στο ΝΕΑ AllNewz

Βρείτε μας στο facebook

Αθώωση της συντάκτριας της AllNewz για “διασπορά ψευδών ειδήσεων”

Σύνταξη